Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Η Γαλανόλευκη

Η Εθνική Σημαία αποτελεί για μας τους Έλληνες το ιερότερο των συμβόλων. 
Καθαγιασμένη η Γαλανόλευκη από τις θυσίες και τα μαρτύρια ενδόξων ηρώων, από τους μεγάλους υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνες, περικλύει στις πτυχές της την πλέον ζωντανή «σύνοψη» της Ιστορίας μας. Η Σημαία φωτίζει και λαμπρύνει με την αίγλη της τις ένδοξες σελίδες της Εθνικής μας Βίβλου, σκεπάζει και εξαγνίζει τις λίγες άλλες, τις σκιερές, τις θλιβερές. Είναι η ίδια η Ελλάδα μας, αυτό το λευκό και κυανό σύμβολο…



 Το ιερό αυτό σύμβολο είναι το σύμβολο του θαύματος. Η αρχή και το έσχατο σύνορο των αγώνων και της θυσίας των Ελλήνων.

Από την αρχαιότητα οι Έλληνες χρησιμοποιούμε σύμβολα επί κοντού ως εθνική σημαία. Tην σφίγγα οι Θηβαίοι, την γλαύκα οι Αθηναίοι, τους Διόσκουρους οι Σπαρτιάτες κτλ. Επί Μεγάλου Αλεξάνδρου χρησιμοποιούνται σημαίες από ύφασμα πορφυρόν υψούμενες επί του άκρου σαρίσης και υποδηλούν έναρξη μάχης και σύμβολο εθνικής και πολεμικής αλληλεγγύης και φέρονται υπό πάντων των πολεμικών τμημάτων.

Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούν την υφασμάτινη σημαία με θρησκευτική και πολεμική σημασία υπό το όνομα λάβαρον. Επί τουρκοκρατίας οι Έλληνες αρματολοί και κλέφτες χρησιμοποιούν σημαίες εξ υφάσματος με την προσθήκη εμβλημάτων ως διακριτικά αρχηγού.

Ο πρώτος επίσημος τύπος της σημαίας καθορίζεται το 1822 στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου με χρώματα το κυανούν και το λευκό. Λέγεται ότι η πρώτη Κυανόλευκος οφείλεται στον Παπαφλέσσα, τον πρωτεργάτη της Ελληνικής Επαναστάσεως.

« …Έκοψε βιαστικά ένα κομμάτι από το βαθυκύανο αντερί του και είπε στο πρωτοπαλλήκαρο του Κεφάλα, να σχίσει και αυτός δύο λόξες από την άσπρη φουστανέλλα του και έτσι απλώθηκε στο βαθυκυανούν ράσο του παπά, κάτασπρος σταυρός του Γένους … »
 ————-

Στη Σημαία

Εσένα που σ’ εχάιδεψε της λευθεριάς η αύρα
περήφανη πρώτη φορά πάνω στην άγια Λαύρα
Εσέ, που χέρι σ’ ύψωσε τρισάγιο και βροντήσαν
όχι φωνές μα ντουφεκιές, όταν σε χαιρετίσαν
οι ντουφεκιές παληκαριών που εμπρός σου αντρειωμένα
γονάτισαν κι’ ωρκίστηκαν να πέσουνε για σένα
Εσένα, που σε κοίταζαν μάνες που στώνα χέρι
βαστούσαν βυζανιάρικα και στ΄άλλο το μαχαίρι
Εσέ, που όταν σ’ αντίκρυσαν οι γέροι ξανανιώσαν
Και μ΄άρματα τη μέση τους την κουρασμένη ζώσαν
Εσέ, ποια ανθρώπινη φωνή μπορεί να ιστορήση
Την ξακουσμένη δόξα σου και να την τραγουδήση ;
Εσύ δεν είσαι από πανιού λωρίδα καμωμένη
Εσύ ‘σαι απ’ αίμα, από καπνούς κι από φωτιά βγαλμένη
Εσύ πετούσες σαν αϊτός πάνω από ηρώων κεφάλια
Σελάγισες σε πέλαγα, σε κάμπους σ΄ακρογιάλια
πάνω από νίκες άμετρες το φλάμπουρό σου εστήθη
Και πάντα δρόμο σ΄άνοιγαν μές’ των εχθρών τα πλήθη
τα χέρια που σε βάσταγαν, τ’ αντρειωμένα χέρια
για να σε μπήξουν σε κορφές, σ΄ απάτητα λημέρια
για να σε δούν πολύ ψηλά, ψηλά απ’ της γης το χώμα
τόσο ψηλά που τ’ ουρανού επήρες πια το χρώμα!


Γ. Σημηριώτης

Δημοφιλείς αναρτήσεις