Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Φόβος στο σκοτεινό μπουντρούμι του Αττίλα - Η περιπέτεια του Σέργη και της οικογένειας του

Ήταν ίσως η χειρότερη εμπειρία που έζησε στη ζωή του. Η αγωνία, τόσο η δική του όσο και της μητέρας του, ήταν απερίγραπτη. Οι στιγμές που έζησε, τραγικές. Δε μπορούσε με τίποτα να φανταστεί πως, η βόλτα με τα κυνηγόσκυλα του, θα κατέληγε σε εφιάλτη. Έναν εφιάλτη που δεν ήθελε κανείς ποτέ να ζήσει. Οι εικόνες που βίωσε έμοιαζαν με εκείνες που έβλεπε μέχρι χτες στις διάφορες κινηματογραφικές ταινίες.


Πρώτα τα όπλα που τον σημάδευαν και μετά το σκοτεινό κελί. Έπειτα ήταν και οι γονείς του, που όλο το βράδυ έμειναν άγρυπνοι και προσεύχονταν να είναι καλά το παιδί τους και να γυρίσει πίσω στο σπίτι τους. Η μάνα του δεν έπαψε στιγμή να κλαίει. Ο πατέρας του παρέμεινε σκυθρωπός μέχρι τη στιγμή που ο γιος του πάτησε το πρώτο σκαλί του σπιτιού τους. Ο φόβος αλλά και ο πανικός κυριαρχούσε σε κάθε κίνηση τους, αλλά ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Ο νεαρός Σέργης Αριστείδου μετά από ένα μόνο βράδυ ταλαιπωρίας στα μπουντρούμια του κατοχικού καθεστώτος, αφέθηκε ελεύθερος. Φανερά συγκινημένος, αγκάλιαζε τους δικούς του ανθρώπους και απολάμβανε κάθε στιγμή δίπλα τους. Ξέρει πως σε λίγο καιρό όλο αυτό που βίωσε θα γίνει μια μακρινή άσχημη ανάμνηση. Αν και στεναχωριέται που η οικογένεια του σε μια μόνο μέρα, αναγκάστηκε να εξασφαλίσει δάνειο και να δώσει τα χρήματα στο ψευδοκράτος, ούτως ώστε να αφεθεί ο ίδιος ελεύθερος.
Πρόκειται για μια οικογένεια που δυστυχώς αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα. Ο πατέρας του Σέργη, ο κύριος Γιαννάκης Αριστείδου, επιπλοποιός στο επάγγελμα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια είναι άνεργος μαζί με το γιο του. Εργάζεται μόνο η μητέρα, και μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, ως ξενοδοχειακός υπάλληλος. Περνάνε πολύ δύσκολα, καθότι τα χρέη από τα 3 δάνεια για τα οποία πρέπει να καταβάλλουν δόσεις στις τράπεζες, είναι πάρα πολλά. Παλεύουν με νύχια και με δόντια για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν με τις δόσεις, καθώς και με τα καθημερινά τους έξοδα. Τώρα, σε όλα αυτή τη θλιβερή οικονομική κατάσταση της οικογένειας, ήρθε να προστεθεί και το καινούργιο δάνειο των €5.000.- για την απελευθέρωση του γιου τους που παράνομα συνελήφθη από τις κατοχικές αρχές και οδηγήθηκε στη φυλακή. Πόσο άδικο για αυτούς τους ανθρώπους μέσα σε όλες εκείνες τις οικονομικές δυσκολίες να πρέπει να πληρώσουν στο ψευδοκράτος και το πιο πάνω χρηματικό ποσό!

Ο Σέργης Αριστείδου, εξιστορεί την περιπέτεια του:
«Γεννήθηκα στις 2.2.1988, στη Λάρνακα και μένω μαζί με τους γονείς μου στο Δασάκι Άχνας. Έμαθα την τέχνη του επιπλοποιού από πολύ μικρός και δούλευα μαζί με τον πατέρα μου. Δυστυχώς τα τελευταία τέσσερα χρόνια οι δουλειές χάθηκαν και είμαστε άνεργοι χωρίς να λαμβάνουμε κανένα απολύτως επίδομα ως βοήθεια από το κράτος.
Αυτό που από παιδί με ευχαριστούσε, ήταν το κυνήγι. Από μικρός είχα τα δικά μου σκυλιά και μου άρεσε πολύ το κυνήγι, ειδικά το κυνήγι του λαγού -όπως και στους περισσότερους κυνηγούς άλλωστε.

Το απόγευμα της περασμένης Τρίτης, πήγα μια βόλτα με τα σκυλιά μου. Είχα μαζί μου 4 κυνηγόσκυλα. Σε εκείνη την περιοχή, δεν υπήρχαν συρματοπλέγματα και έτσι δεν κατάλαβα ότι είχα προχωρήσει τόσο πολύ. Κλείνω τα μάτια και έρχονται στη μνήμη μου όλα εκείνα, πρώτα τα όπλα που με σημάδευαν και έπειτα το στρατόπεδο που με είχαν πάρει. Στη συνέχεια, με πήραν σε έναν αστυνομικό σταθμό. Εκεί με άφησαν ολόκληρο το βράδυ, μέσα σε ένα κελί. Δε μου δημιούργησαν η αλήθεια κανένα πρόβλημα. Συνέχεια με ρωτούσαν αν χρειάζομαι κάτι και αν θέλω γιατρό. Τους είπα πως όχι. Μου είπαν επίσης πως την επόμενη μέρα θα με έπαιρναν δικαστήριο και θα έκαναν ότι εκείνο αποφάσιζε. Στην αρχή ομολογώ δεν είχα φοβηθεί, αλλά το βράδυ μέσα στο κελί ένιωσα έντονα το αίσθημα του φόβου. Στο μυαλό μου έφερνα πέραν από τους γονείς μου, έναν, έναν τους φίλους μου. Περίμενα με αγωνία να ξημερώσει για να δω τι άλλο θα μπορούσε να μου συμβεί. Ήταν έξι το απόγευμα που με συνέλαβαν και γύρω στις τρεις το απόγευμα της επόμενης μέρας, με άφησαν ελεύθερο. Αφού βέβαια πρώτα, είχαν πληρώσει οι δικοί μου το ποσόν των €4,500.- στο κατοχικό καθεστώς, ως εγγύηση.

Ήταν πολύ ευχάριστο για μένα το γεγονός ότι με άφησαν να πάρω τηλέφωνο τους δικούς μου αλλά και ότι τους επέτρεψαν να έρθουν από τις ελεύθερες περιοχές να με επισκεφτούν. Το πρωί ήρθαν δύο φίλοι μου και μετά ο αδερφός μου με την μάνα μου.

Στο δικαστήριο με συνόδεψαν οι αστυνομικοί που ήταν εκεί. Στην αρχή μου είπαν πως θα με άφηναν ελεύθερο αν τους έδινα €20.000.- αλλά μετά με συμβούλεψαν να βρω έναν δικηγόρο, σαφώς τουρκοκύπριο. Βρήκαμε έναν αμέσως και μάλιστα τον πληρώσαμε €500.- για να αναλάβει την υπόθεση μου. Η απόφαση άλλαξε μετά την δική του παρέμβαση. Αυτή τη φορά ζήτησαν 4,500.- ευρώ. Στείλαμε τα λεφτά αλλά πέρα από αυτό πρέπει να πηγαίνω μια φορά την εβδομάδα, συγκεκριμένα κάθε Σάββατο ότι ώρα θέλω, για να υπογράφω μέχρι εκείνοι να με ειδοποιήσουν για να δικαστώ ξανά».

Η μητέρα του νεαρού, κυρία Δώρα Αριστείδου αναφέρει:
«Προσπάθησαν να μου το κρύψουν για να μην στενοχωρηθώ, αλλά κατάλαβα, ένιωσα πως κάτι κακό είχε συμβεί στο γιο μου. Ο σύζυγος μου ήταν πολύ ανήσυχος και όταν είχε επιστρέψει από το καφενείο που είχε πάει για λίγο, μου το είπε. Μας είχε καταλάβει και τους δύο ο πανικός. Ήταν το χειρότερο βράδυ της ζωής μας. Το πρωί της επόμενης μέρας ένιωθα σα να ήμουν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από όσο είμαι. Φοβήθηκα πάρα πολύ. Όλο το βράδυ έτρεμα σαν ψάρι και προσευχόμουν. Έλεγα στο Θεό: «Σε παρακαλώ Θεέ μου κάνε να μην έχει συμβεί τίποτα στο γιό μου».

Ηρέμησα για πολύ λίγο, τη στιγμή που μου ανακοίνωσε ο μικρότερος γιος μου πως μπορούσαμε να πάμε να τον δούμε. Όταν βρεθήκαμε εκεί και ήμουν κοντά στο γιο μου, ένιωσα κάπως καλύτερα. Είδα πως ήταν καλά και αυτό ήταν μεγάλη ανακούφιση για μένα. Μου αρκούσε μόνο το γεγονός ότι μπορούσα να τον αγγίξω. Όταν μας ειδοποίησε πως έπρεπε να δώσουμε χρήματα για να τον αφήσουν ελεύθερο, έκανα σαν τρελή μέχρι να τα μαζέψω. Έτρεξα παντού με δακρυσμένα μάτια παρακαλούσα να μου τα δώσουν για να αφήσουν το παιδί μου. Όταν τον άφησαν ελεύθερο και επέστρεψε πίσω στο σπίτι μας, ήταν σαν να είχε γεμίσει ο ουρανός με όμορφα πολύχρωμα μπαλόνια. Το σπίτι είχε γεμίσει με κόσμο. Όλοι μας οι φίλοι και οι συγγενείς ήταν εκεί. Όλοι έκαναν ότι μπορούσαν για να νιώσω καλύτερα. Μου χαμογελούσαν και αφού με χτυπούσαν ελαφρά στην πλάτη, μού έλεγαν, «Είδες, όλα πήγαν καλά, ο Σέργης μας είναι μια χαρά και είναι κοντά μας».

Ξέρω πως τώρα τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα καθότι ήρθε να προστεθεί και αυτό το ποσό, στα μεγάλα δάνεια που έχουμε, αλλά σημασία έχει ότι έχω το γιο μου δίπλα μου. Θα παλέψω με όλες μου τις δυνάμεις να μαζεύω τουλάχιστον τις δόσεις μου, καθότι τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για μας. Ο άντρας μου και ο γιος μου είναι άνεργοι και δυστυχώς δεν έχω μια δουλειά που να μου δίνει τη δυνατότητα να μπορώ να εργάζομαι όλους τους μήνες του χρόνου. Δουλεύω μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες και πρέπει από εκείνα τα χρήματα να πληρώνω τα πάντα. Δόσεις δανείων, ηλεκτρισμό, νερό αλλά και το καθημερινό μας φαγητό. Ο άντρας μου πάει να τρελαθεί που ενώ θέλει δε μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Στεναχωριέμαι και τα βράδια κλαίω κρυφά από όλους. Μακάρι να γίνει κάτι και να αλλάξει αυτή η άσχημη κατάσταση που εδώ και τέσσερα χρόνια μας ταλαιπωρεί. Ευχαριστώ όμως το Θεό μου σήμερα έχω δίπλα μου τον γιο μου και είμαι σίγουρη πως πολύ σύντομα αυτή η άσχημη εμπειρία θα ξεθωριάσει τόσο στο δικό του μυαλό όσο και στο δικό μου».

Δημοφιλείς αναρτήσεις