Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Κυπριανός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου


Ο Κυπριανός γεννήθηκε στον Στρόβολο Λευκωσίας. Η οικογένειά του αποτελούνταν από φτωχούς χωρικούς, όπως ήταν εξάλλου οι περισσότεροι στο νησί. Από μικρός αγαπούσε τα γράμματα, αλλά μιας και τότε ο μόνος τρόπος να μορφωθεί κανείς ήταν να πάει σε μοναστήρι, έτσι κι αυτός, πήγε στην Μονή Μαχαιρά και έμαθε να γράφει και να διαβάζει. Χειροτονήθηκε ιερέας και σιγά – σιγά ανέβηκε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας.
Το 1783 πήγε στην Μολδοβλαχία (σημερινή Ρουμανία) για να μαζέψει χρήματα για την Μονή, αλλά εκεί γνωρίστηκε με τον Μιχαήλ Σούτσο, ο οποίος, βλέποντας την φλόγα του νεαρού για μάθηση του έδωσε την δυνατότητα να σπουδάσει φιλολογία και θεολογία στην Ελληνική σχολή στο Ιάσιο. Το 1802 θα επιστρέψει στην Κύπρο, τον τόπο των παιδικών του χρόνων, έπειτα από 19 χρόνια απουσίας και θα αντικρίσει γενική καχεξία σε όλους τους τομείς λόγω των τούρκων. Το 1810 θα χειροτονηθεί Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και θα βάλει σε κίνηση αμέσως το έργο του για να βοηθήσει την πατρίδα του και τον λαό του. Σαν στοργικός πατέρας θα ωφελήσει με κάθε δυνατό μέσο τους υπόδουλους Έλληνες, μη σκεπτόμενος τα χρήματα που πρέπει να ξοδέψει γι’ αυτόν τον ιερό σκοπό. Το 1812 ίδρυσε στα ανατολικά της αρχιεπισκοπής την “Ελληνική Σχολή” που θα εξελιχθεί με τον καιρό στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας, που σαν φάρος θα φωτίσει τις ψυχές και τις καρδιές των υπόδουλων Ελλήνων. Ίδρυσε και άλλη Ελληνική Σχολή στην Λεμεσό στην νότια Κύπρο. Ο Κυπριανός ήταν ένας φλογερός πατριώτης που προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να κρατήσει άσβεστη την φλόγα της Ελληνικότητας στον υπόδουλο Ελληνισμό της μεγαλονήσου.

Συν τω χρόνω θα μάθει για την ύπαρξη της Φιλικής Εταιρείας και θα ψάξει επίμονα να βρει κάποιον να τον μυήσει. Η ώρα δεν θα αργήσει να έρθει που ο Κυπριανός θα βάλει το χέρι του στο Ευαγγέλιο και θα πει τον όρκο συγκινημένος. Ορκίστηκε Φιλικός και σε συνεργασία με άλλους πατριώτες θα συνδράμει κι αυτός για την Ελευθερία της πατρίδας από τα τσακάλια της στέπας.

Το 1820 τον επισκέφθηκε στην Κύπρο ο φιλικός Δημήτριος Ίπατρος, απεσταλμένος από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.Ο Κυπριανός χάρηκε πολύ μ’ αυτήν την επίσκεψη και υποσχέθηκε στον Ίπατρο να τον ενισχύσει οικονομικά με ένα μεγάλο ποσό για την έναρξη της επανάστασης. Τον Οκτώμβριο του 1820 ο Υψηλάντης θα στείλει έναν άλλο φιλικό τον Αντώνιο Πελοπίδα για να πάρει τα χρήματα μαζί με μια επιστολή με τις ευχαριστίες του που έλεγε: “φιλογενέστατος κύριος Δημήτριος Ίπατρος με εβεβαίωσε περί της γενναίας συνεισφοράς, την οποίαν η υμετέρα Μακαριότης υπεσχέθη προς αυτόν διά το Σχολείον της Πελοποννήσου. Όθεν, ως γενικός έφορος του Σχολείου τούτου, κρίνω χρέος μου απαραίτητον να ευχαριστήσω την Υμετέραν Μακαριότητα και να την ειδοποιήσω ότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει. Διά τούτο λοιπόν στέλλω εξεπίτηδες τον κύριον Αντώνιον Πελοπίδαν, άνδρα ενάρετον, φιλογενή και πάσης πίστεως άξιον διά να την βεβαιώσω και διά ζώσης φωνής την όσον ούπω ανέγερσιν του ιερού τούτου καταστήματος: Άς ταχύνη λοιπόν η υμετέρα Μακαριότης να εμβάση τόσον της υμετέρας Μακαριότητας τας συνεισφοράς, όσον και των λοιπών αυτού ομογενών, είτε χρηματικάς, είτε είναι ζωοτροφίας προς τον εν παλαιά Πάτρα της Πελοποννήσου κύριον Ιωάννην Παππά Διαμαντόπουλον, συντροφεύουσα αυτάς ή με άνθρωπον της επίτηδες ή με τον κομιστήν του παρόντος μου.

Ων δε εύελπις, ότι ή υμετέρα Μακαριότης θέλει φιλοτιμηθή να δείξη την συνεισφοράν αξίαν του μεγάλου ζήλου και πατριωτισμού Αυτής τε και όλου της του ποιμνίου, εξικετεύω τας μακαρίους Αυτής ευχάς και μένω με βαθύ σέβας της υμετέρας Μακαριότητος τέκνον ευπειθές Αλέξανδρος Υψηλάντης”.

Γράφοντας για το “μεγάλο σχολείο της Πελοποννήσου” εννοούσε την επανάσταση που ήταν έτοιμη να ξεκινήσει από ώρα σε ώρα. Η χαρά του Κυπριανού ήταν ανείπωτη, αλλά ήξερε πως είναι και ώρα ευθύνης γι’ αυτόν. Αυτή την στιγμή ήταν που έπρεπε να προστατέψει τον λαό του από τους ‘λύκους”. Η Φιλική Εταιρεία είχε αποφασίσει ότι η Κύπρος αφενός δεν πρέπει να πάρει μέρος στην επανάσταση, λόγω της απομακρυσμένης θέσης της από τον μητροπολιτικό κορμό και αφετέρου γιατί είναι εγγύτερα στις τουρκικές δυνάμεις. Αλλά, θα βοηθούσε με εθελοντές και χρήματα. Αποστολή του Κυπριανού ήταν να καθησυχάσει τα πνεύματα για να μην επιπέσει πάνω στο νησί του η οργή των τούρκων. Ο ρόλος του ήταν πράγματι άχαρος, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τον Απρίλιο του 1821 βγήκε σουλτανικό φιρμάνι από τον Μαχμούτ Β’ που διέταξε τον αφοπλισμό όλων των Κυπρίων. Ο Κυπριανός υπάκουσε χωρίς αντίρρηση. Τα γεγονότα τρέχουν πολύ γρήγορα μετά την κήρυξη της επανάστασης. Στην Λάρνακα ένας ένθερμος πατριώτης, ο αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας, μοιράζει προκηρύξεις με επαναστατικό περιεχόμενο. Ο κυβερνήτης της Κύπρου ο Κιουτσούκ Μεχμέτ που παραφυλούσε σαν ύαινα περίμενε για ένα στραβοπάτημα των Ελλήνων της Κύπρου και το βρήκε στην κίνηση του Θεοφύλακτου. Έστειλε επιστολή στον σουλτάνο αναφέροντάς του τα καθέκαστα. Ο σουλτάνος του έδωσε εντολή να κάνει προγραφές. Ο Κιουτσούκ Μεχμέτ έκανε έναν κατάλογο με 486 ονόματα προκρίτων και ιερωμένων της Κύπρου. Στην κορυφή αυτής της λίστας βρισκόταν και το όνομα του Κυπριανού. Ο Κιουτσούκ κάλεσε όλους τους ιεράρχες και τους επικεφαλής των περιοχών στην Λευκωσία. Μη γνωρίζοντας τι τους θέλει ο κυβερνήτης, αλλά υποψιασμένοι τι θα επακολουθήσει πήγαν για να μην εξαγριώσουν περισσότερο τους τούρκους και ξεσπάσουν στον άμαχο πληθυσμό. 

Τον Κυπριανό τον συνέλαβαν από τους πρώτους και τον έκλεισαν στο κελί. Οι φύλακες χλεύαζαν τους αιχμαλώτους στα κελιά και τους απειλούσαν ότι θα τους σκοτώσουν. Ο ίδιος ο Κιουτσούκ Μεχμέτ βρέθηκε στα κελιά για να τους διαβάσει το σουλτανικό φιρμάνι που του έδινε την δικαιοδοσία να τους κάνει ό,τι θέλει εκτός αν… γίνουν μουσουλμάνοι και τουρκέψουν. Δεν χρειάστηκε καν να το σκεφτούν. Η απάντηση ήταν έτοιμη στα χείλη όλων και ήταν φυσικά ένα βροντερό ΟΧΙ.

Ο Άγγλος περιηγητής Τζον Καρνέ περνούσε σε ένα ταξίδι του από το νησί και επισκέφθηκε τον Αρχιεπίσκοπο στο μπουντρούμι που τον είχαν οι τούρκοι. Συζήτησαν για την κατάσταση και ο Άγγλος τον είχε ρωτήσει ευθέως γιατί δεν έφευγε ενώ μπορούσε; Ήξερε ότι με τις διασυνδέσεις που είχε θα μπορούσε να το σκάσει με την βοήθεια φίλων. Ο Κυπριανός του απάντησε ότι θα παρέμενε για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στους κινδυνεύοντες χριστιανούς και πως είχε αποφασίσει, αν χρειαζόταν, να θυσιασθεί μαζί τους.

Οι μέρες του Ιουλίου κυλούσαν αργά. Οι τούρκοι για να εκφοβίσουν τον γενναίο Αρχιεπίσκοπο κρέμασαν ανάποδα από τα πόδια στην αγχόνη έναν γραμματέα της αρχιεπισκοπής, αλλά μάταιος κόπος. Η απόφαση του Κυπριανού δεν θα άλλαζε. Ένας τούρκος προύχοντας της Κύπρου που συμπαθούσε τον Κυπριανό τον “συμβούλεψε” να τουρκέψει, αλλά αγέρωχος ο Κυπριανός του απάντησε: «Δεν φεύκω, Kιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου εν να γενή θανατικόν εις τους Pωμιούς του τόπου». Ο Κιόρογλου επέμεινε τρεις φορές, αλλά η απάντηση του Κυπριανού ήταν πάντα η ίδια, με αποτέλεσμα να φύγει ο τούρκος με κατεβασμένο το κεφάλι. Παράλληλα κατέφθασαν από την Αίγυπτο 4.000 στρατιώτες υπό τον Μουσελίμη και προέβησαν σε άγριες σφαγές και λεηλασίες.

Η ημέρα της εκτέλεσης του Κυπριανού πλησιάζει. Είχε οριστεί την 9η Ιουλίου 1821. Τον ρώτησαν για τελευταία φορά αν θέλει να γίνει μουσουλμάνος για να σώσει την ζωή του και ταυτόχρονα τον απείλησαν ότι θα σφάξουν όλους τους Έλληνες της Κύπρου. Ο Κυπριανός ατάραχος θα τους απαντήσει: “Η Ρωμιοσύνη έν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου. Κανένας δεν ευρέθηκε για να την ιξηλείψη. Κανένας γιατί σσιέπει την πού τάψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή όντας ο κόσμος λείψη” που σημαίνει ότι “η Ρωμιοσύνη είναι φυλή σύγχρονη του κόσμου (τόσο αρχαία), κανένας δεν ευρέθηκε να την εξαλείψει, κανένας γιατί την σκεπάζει από τα ύψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη θα χαθεί όταν λείψει ολόκληρος ο κόσμος”. Αυτή η απάντηση τα έλεγε όλα. Οι τούρκοι διέταξαν τους Έλληνες της Λευκωσίας να κλείσουν όλα τα παράθυρα και τις πόρτες και να μείνουν μέσα στα σπίτια τους την διάρκεια των εκτελέσεων. Οι πύλες της πόλης κλείνουν, δεν έμπαινε και δεν έβγαινε κανείς. Ο Κυπριανός θα βαδίσει με την φρουρά στην πλατεία του σεραγιού. Οι τούρκοι θα κρεμάσουν ένα σχοινί με μια θηλιά πάνω σε μια συκαμινιά. Ο Κυπριανός με πλήρη συναίσθηση του τι συμβαίνει βάδισε στην αγχόνη, κοιτάζοντας για τελευταία φορά την πολυαγαπημένη του Κύπρο. Του πέρασαν την θηλιά στον λαιμό, σπρώξαν το στήριγμα και το σώμα του Αρχιεπισκόπου κάνοντας μερικούς σπασμούς κρεμόταν άψυχο στην αγχόνη. Οι άλλοι τρεις μητροπολίτες που ήταν μαζί του ήταν ο Χρύσανθος Πάφου, ο Μελέτιος Κιτίου (Λάρνακας) και ο Λαυρέντιος Κερήνειας, οι οποίοι αποκεφαλίστηκαν. Συνολικά εκτελέστηκαν 486 μητροπολίτες, πρόκριτοι, ηγούμενοι μοναστηριών και άλλα σημαίνοντα πρόσωπα της Κύπρου. Από τους 486 συλληφθέντες, 36 δεν άντεξαν τα βασανιστήρια και τον μαρτυρικό θάνατο και εξισλαμίστηκαν. Έτσι έσβησε εν τη γενέσει της η επανάσταση στην μαρτυρική Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά οι αξιόμαχοι Κύπριοι πήγαιναν κατά εκατοντάδες ως εθελοντές στην Ελλάδα για να πολεμήσουν για την ελευθερία της πολυαγαπημένης πατρίδας. Όσοι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν συνέδραμαν με χρήματα και άλλα υλικά αγαθά για τον αγώνα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις