Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ: “Δεν υποφέρεσθε πλέον διά την διχόνοιάν σας…”


ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ:«Το Γένος θέλει ό,τι θέλομεν εμείς οι Στρατιωτικοί και πάρετε τα μέτρα σας οι Πολιτικοί. Δεν υποφέρεσθε πλέον διά την διχόνοιάν σας, με την οποίαν θέλετε να αφανίσετε το Γένος. Από αυτά που ακούω και βλέπω, θα γίνει αφεύκτως Γκοβέρνο Μιλιτάρε».


Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ
1839: Οι δεσμοφύλακες οδηγούν ένα ψηλόκορμο γέροντα με αετίσιο και περήφανο βλέμμα στις φυλακές της Αίγινας. Τον σπρώχνουν και με βρισιές τον κλείνουν σε ένα ανήλιαγο υπόγειο, όπου δεν περνά ούτε μια χαραματιά από το φως της ημέρας. Σαν ένα όνειρο περνά μέσα από το μυαλό του γέροντα όλη του η ζωή. Τα παιδικά του χρόνια στον Ταΰγετο, στην Αναστασίτσα και στου Τουρκολέκα. Κι ύστερα θεριεύουν μέσα στο νου του τα Δολιανά, εκεί όπου με 200 αντρειωμένους σταμάτησε 6.000 Τούρκους! Ο νους του φτερουγίζει στο Βαλτέτσι, στην Τριπολιτσά, στ’ Ανάπλι, στα Δερβενάκια. Όλα αυτά σκέπτεται μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του. Η φυλακή ήταν ο “μισθός” του γιατί έχυσε το αίμα του για την Πατρίδα και μάλιστα, χωρίς να έχει διάφορο ούτε ένα γρόσι. Φτωχός ξεκίνησε, φτωχός τελειώνει. Στερνά καλά, όλα καλά, λέει ο λαός… Και όλα τούτα γιατί δεν του ‘φτανε η Ελλάδα, που σταματούσε στην Λαμία, γιατί ήθελε την λευτεριά της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και για Βασιλιά έναν ορθόδοξο και όχι τον ξένο, που του φέρανε στη Γη του.

18 Σεπτεμβρίου 1841: H βαριά αμπάρα της φυλακής της Αίγινας ανοίγει, ένας γέροντας ασπρομάλλης περνά το διάβα της με το κεφάλι πάντα ψηλά, μα με τα χέρια να ψηλαφίζει και να προχωρεί γιατί έχει χάσει πια το φως του.

25 Σεπτεμβρίου 1849: Σ’ ένα φτωχόσπιτο του Πειραιώς αγγελοκρούεται ένας λεβέντης ασπρομάλλης, παλεύει μέσα στην ύστατη ανάσα του κι όλο φωνάζει: “Φωτιά παλληκάρια μου, φωτιά”. Μόλις ο ήλιος ξεπροβάλλει, στο πρώτο το ξημέρωμα, ο γέροντας αφήνει την στερνή πνοή του.

Το όνομα του γέροντα; Νικήτας Σταματελόπουλος, μα ο λαός τον ήξερε σαν τον ΝΙΚΗΤΑΡΑ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΟ!


Δημοφιλείς αναρτήσεις